Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2014

christmas time

Βράδυ, περασμένες δώδεκα. Οι δικοί έχουν πέσει για ύπνο και εκείνη κουλουριασμένη στην καρέκλα του υπολογιστή ακούει μουσική. Κουκουλωμένη με μια κουβέρτα για να μην νιώθει τη ψύχρα του δωματίου κοιτάζει παλιές φωτογραφίες στον υπολογιστή. Γυμνάσιο, λύκειο. Ημερήσιες εκδρομές και γελοίες φωτογραφίες αγκαλιά με άτομα που δεν έχει ιδέα τι κάνουν τώρα. Αλλάζει φάκελο. 2014. "Τελειώνει και αυτό", σκέφτεται. Αναλογίζεται για μια στιγμή τι κέρδισε και τι έχασε σε αυτό. Σταματάει να σκέφτεται, δεν τη συμφέρει. Δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια της και κυλούν ήρεμα στα μάγουλα της. Η μουσική επικροτεί αυτή τη ροή του πόνου, από τα μάτια προς τα μάγουλα, τα χείλη, ώσπου να σβήσει πάνω στην κουβέρτα. 
Κλειστός υπολογιστής, περίπου η ώρα δύο. Ξαπλωμένη ακούει το ίδιο τραγούδι από το κινητό. Πλέον ο πόνος δε σβήνει στη κουβέρτα αλλά βρέχει το μαξιλάρι. Η μπαταρία τελειώνει. Τώρα είναι αναγκασμένη να κοιμηθεί.
Πρωί. Αφόρητος πόνος στο λαιμό, βουλωμένη μύτη, πρησμένα τα μάτια από τα χθεσινοβραδι…

Στο δρόμο για το σπίτι.

Σήμερα πέρασα από τον δρόμο σου. Είχα καιρό να περάσω από εκεί.
Μίλησα σε μια γάτα, ξέρεις εκείνη την λευκή με το πορτοκαλί σημάδι στην πλάτη, εκείνη που μου κρατούσε συντροφιά καμιά φορά που σε περίμενα να κατέβεις να φύγουμε. Μου είπε ότι είσαι καλά.
Είδα εκείνον τον τύπο με τη μηχανή που μένει απέναντί σου, δεν έχει αλλάξει καθόλου.
Είδα το αυτοκίνητό σας και έπειτα καθώς προχωρούσα στη μικρή αυτή οδό κοίταξα πάνω στο μπαλκόνι σου. Πάντα μου άρεσε εκείνο το μέρος. Είχε δροσιά και ωραία θέα και τα ηλιοβασιλέματα από εκεί ήταν απλά μαγευτικά. Σκόνταψα. "Κοίτα μπροστά σου", είπα στον εαυτό μου και χαμήλωσα το βλέμμα μου στο πεζοδρόμιο. Πέρασα απέναντι και είδα τα γνωστά ταπεράκια με νερό που αφήνουν οι ένοικοι για τα αδέσποτα. Τα γνώριμα αυτοκίνητα της γειτονιάς παρκαρισμένα στη σειρά.
Συνέχισα το δρόμο μου όπως έκανα κάποτε για να φύγω από το σπίτι σου τρέχοντας να προλάβω το λεωφορείο, μα σήμερα δεν έτρεχα. Πέρασα έξω από το καφενείο, πέρασα μπροστά από την τράπεζα, της ο…

Απόψε.

Ετοίμαζα τα πράγματα μου για αύριο, πρώτη μέρα στο πανεπιστήμιο. Έψαχνα τις παλιές μου τσάντες για κανένα τετράδιο και έπεσα πάνω σε ένα τσαλακωμένο χαρτί με κάτι κυκλωμένες μέρες και ώρες. Το κοίταξα καλύτερα και συνειδητοποίησα ότι στεκόμουν ενώπιον του προγράμματος Α'εξαμήνου του πρώην αγοριού μου.
Πάντα συμβαίνει αυτό, πάντα βρίσκω κάτι δικό του από εδώ και από εκεί, αλλά απόψε ήταν διαφορετικά.
Απόψε ίσιωσα λίγο το χαρτί, το δίπλωσα προσεκτικά και έγραψα με όμορφα, στρογγυλά γράμματα στο πίσω μέρος "το πρόγραμμα του xxxxxx 2013-2014" και το έβαλα με στοργή στο κουτί πάνω στη ντουλάπα (εκείνο το παλιό κουτί παπουτσιών που πάνω γράφει "memories" και έχει μέσα ένα σωρό πραγματάκια).
 Δεν το πέταξα.  Απόψε αγάπησα ξανά.  Απόψε αγάπησα το παρελθόν μου.

2 a.m.

“And in the end, we were all just humans… drunk on the idea that love, only love, could heal our brokenness.” — F. Scott Fitzgerald 

Απελπισμένοι για αγάπη, αυτό δεν είμαστε όλοι μας;
Τώρα πια πιστεύω πως την αγάπη αγαπάμε κι όχι τα ίδια τα άτομα. Αγαπάμε την ιδέα της αγκαλιάς σε ένα ηλιοβασίλεμα, την ιδέα του να χορεύεις με κάποιον στη μέση του δρόμου, την σύνδεση και την έλξη, τα λουλούδια έξω από την πόρτα, τα μεθυσμένα φιλιά που μυρίζουν μπύρα, τα πρωινά φιλιά που μυρίζουν οδοντόκρεμα, τις εξόδους, τα περίεργα βλέμματα..
Κοιμόμαστε και ξυπνάμε με την ελπίδα του να γνωρίσουμε την αγάπη. Ντυνόμαστε καλά, φοράμε χαμόγελα, μήπως και δελεάσουμε κάποιον να μας αγαπήσει για να ζήσουμε μαζί του όλες εκείνες τις στιγμές που είδαμε σε ταινίες ή διαβάσαμε σε βιβλία. Και την επόμενη μέρα πάλι, και κάθε μέρα ξανά. Προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε ανθρώπους μόνο και μόνο για να τους πείσουμε να δοκιμάσουν μαζί μας να ζήσουν την αγάπη. Ερωτευόμαστε την ιδέα του έρωτα, λατρεύουμε την ιδέα της αγάπης. Τα…

How soon is now?

Πίστευα ότι θα είναι αλλιώς. Όλα μέλι γάλα. Όλα όπως στα βιβλία και στις ταινίες. Αγκαλιές όταν βρισκόμαστε, ζεστά φιλιά με άρωμα καπουτσίνο τα βροχερά απογεύματα, το χέρι του να μου βάζει τις ξανθές τουφίτσες των μαλλιών μου πίσω από το αφτί για να βλέπει τα μάτια μου, τα ζεστά του χέρια να σκουπίζουν τα δάκρυα μου. Περίμενα ότι θα με αγαπάει όπως αγαπάς ένα μικρό παιδί, το προστατεύεις, το καθησυχάζεις, το φροντίζεις, πιστεύεις σε αυτό.
Αλλά δεν έβλεπα. Δεν έβλεπα πόσο μέλι γάλα δεν ήταν. Δεν έβλεπα ότι υποτιμούσε τις γνώσεις μου, δεν έβλεπα ότι απαξίωνε τις δυνατότητες μου και αγνοούσε παντελώς την ευαισθησία μου.
I am human and I need to be loved.
Αλλά αυτός δεν νοούσε να καταλάβει. Τα χίλια πράγματα που τον ενοχλούσαν πάνω μου μου τα τόνιζε συνέχεια. Αναρωτιέμαι, γιατί ήταν μαζί μου;
Δεν ξέρω.
Ξέρω ότι κάποια στιγμή ξύπνησα. Με πολύ κουράγιο είπα να παραδοθώ στην αλήθεια. Μια αλήθεια που πονάει. Και παραδόθηκα. Πόνεσα τόσο όταν κατάλαβα ότι δεν ζούσα μια αγάπη όπως αυτές που διάβαζα …

Αναμνήσεις.

Βράδυ. Ακούγεται μακρινός ο ήχος ενός γνώριμου τραγουδιού. Κοιτάει εμπρός του, ένα μεγάλο κτίριο. Ανοίγει διστακτικός την πόρτα και μπαίνει μέσα. Μεγάλα πλακάκια στα χρώματα της σκακιέρας μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, ογκώδεις βιβλιοθήκες καλύπτουν τους τοίχους μέχρι πάνω, σκάλες με μικρές μαύρες ρόδες στηρίζονται στα ράφια. Δεν υπάρχει κανείς. Ξέρει όμως που να πάει, ο μακρινός ήχος μοιάζει να τον οδηγεί. Περπατάει στη μεγάλη σκακιέρα μόνος, μέχρι που φτάνει στο τέλος του κεντρικού διαδρόμου. Κοιτάζει δεξιά. Ένα στενός διάδρομος, σκοτεινός και τρομακτικός τον περιμένει. Δεν θέλει να πάει, δεν θέλει με τίποτα. Εύχεται αυτός ο διάδρομος να μην υπήρχε, πραγματικά το εύχεται, αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, ο μακρινός ήχος, το τραγούδι αυτό που τώρα πλέον ακούγεται δυνατότερα τον έλκει με μια δύναμη που δεν μπορεί να καταπολεμήσει. Εντελώς απρόθυμα εισέρχεται στον σκοτεινό διάδρομο. Αρχίζει να κρυώνει, τα βήματά του είναι βαριά, δεν θέλει, μα δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Φτάνει στο τέλ…