Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Hello darkness my old friend


Η ζωή ως τώρα ήταν όμορφη.
Πάντα με φίλους γύρω , πάντα με κάποια μαμά να σε φροντίζει όταν αρρωσταίνεις.
Όλα είναι ωραία όταν είσαι χαρούμενος, όλοι θα ήθελαν να είναι μαζί σου όταν πετάς πετυχημένα αστεία και εύστοχες παρατηρήσεις στις συζητήσεις.

Ποιος είναι μαζί σου όταν περνάς άσχημα;
Ποιος θα θέλει να ακούσει για χιλιοστή φορά ότι μάλωσες με τη μαμά σου, ότι νιώθεις ανεπαρκής για τη σχολή σου, ότι νιώθεις παραμελημένος;
Τη πρώτη φορά, θα έρθει κάποιος, θα έρθει μια αγκαλιά κάπως βεβιασμένη.
Τη δεύτερη φορά, θα έρθει γιατί ξέρει ότι απλά έτσι θα σταματήσεις να γκρινιάζεις.
Τη τρίτη φορά, θα σηκώσεις το κεφάλι σου και θα είσαι μόνος.
"Και τώρα τι;" 

Πάντα ήμουν από αυτά τα άτομα που θέλουν την αγάπη των άλλων να τους πνίγει. Θέλω να μου στέλνουν μηνύματα και να μιλάνε για μένα, θέλω να με παίρνουν τηλέφωνο, θέλω να μου κάνουν εκπλήξεις, θέλω ο σύντροφός μου να μου φέρνει λουλούδια τα πρωινά της Κυριακής.
Ανέκαθεν ήθελα να ήμουν "σημαντική" στις καρδιές των άλλων, κι αυτό γιατί ήξερα πώς ένιωθα εγώ όταν κάποιος ήταν σημαντικός για μένα. Γιατί δεν ήθελα ποτέ μα ποτέ, να πληγωθεί αυτός που αγαπάω, γιατί προσπαθούσα τόσο μα τόσο πολύ να τους δείξω, τη ζωή, την αγάπη, όλη αυτήν την ένταση που έχω μέσα μου.

Τώρα που μεγάλωσα, είμαι η υπερβολική, η ζηλιάρα, αυτή που θέλει πάντα επιβεβαίωση.
Μα εγώ δεν θέλω να σε ρωτάω για να μου πεις ότι όλα είναι καλά. Θέλω να μου στέλνεις καρδούλες το πρωί. Θέλω να μου πάρεις δώρο εκείνο το μικρό γλαστράκι που σου έχω δείξει εκατό φορές. Θέλω να μου φέρεις σοκολάτα στο σπίτι όταν δεν είμαι καλά, το ξέρεις ότι εν τέλει θα σε αφήσω να τη φας όλη μόνος σου .

Πλέον έχω καταλάβει ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι. Οι άνθρωποι φοβούνται ν'αγαπήσουν, φοβούνται ν'αγαπηθούν, φοβούνται να νιώσουν κάτι ισχυρό, κάτι που δυνητικά μπορεί να τους καταστρέψει.
Άραγε, θα ξυπνήσουν μια μέρα και θα καταραστούν τον εαυτό τους που δεν τους άφησε να πνιγούν στην αγάπη; Ή μήπως όχι;



Μήπως θα ξυπνήσω εγώ μια μέρα και θα μισήσω τον εαυτό μου που έδωσα τόσα πολλά και δεν μου έμεινε πια τίποτα;


Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

η μέρα που σε πλήγωσα

Γύρισα σπίτι με ένα κόμπο στο στομάχι. Τα πόδια μου δε με κρατούσαν πια. Ήξερα ότι ήμουν ένοχη, ήξερα τι σου είχα κάνει. Έχασες τη γη κάτω από τα πόδια σου, και εγώ κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέφτη βρίζοντας από μέσα μου το ανέκφραστο πρόσωπο που έβλεπα. Τι διάολο σκεφτόμουν;
Πώς κατέντησα έτσι;
Η μέρα δεν περνούσε με τίποτα. Δεν περνάει με τίποτα.
Άνοιξα τον υπολογιστή δήθεν πεπεισμένη ότι θα μελετήσω. Ανοιχτή η συνομιλία μας σε δίπλα παράθυρο , για να μην αργήσω πάνω από 3 sec να σου απαντήσω σε περίπτωση που στείλεις.
Στέλνεις, με βρίζεις.
Βρίζω τον εαυτό μου από μέσα μου.
Τα λέω σε φίλους και με βρίζουν κι αυτοί.
Τι ηλίθια.

Το αγαπημένο μου φαγητό βρίσκεται στην κατσαρόλα. Βάζω μισό πιάτο. Το τρώω, το βγάζω. Τρώω καλύτερα μια μπουκια ψωμί. Τη βγάζω αργότερα και αυτή. Το σώμα μου αυτοτιμωρείται, και καλά κάνει.

Μπήκα για μπάνιο πριν λίγο, ενώ μουρμούριζα τραγούδια των radiohead. Πού να ξερες. Τι μαλακισμένη που είμαι που δε σου είπα ποτέ.
Ανοίγω τη βρύση στο παγωμένο. Κάθομαι στη μπανιέρα και κλαίω με λυγμούς, τι κλισέ.
Απότομα το βάζω στο καυτό. Κάθομαι από κάτω ακίνητη ενώ νιώθω το μυαλό μου να λιώνει. Κλείνω τα μάτια και βάζω το κεφάλι μου στα γόνατα μου. Κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει. Ανοίγω τα μάτια μου και όλα είναι κόκκινα.
Το αίμα βγαινει σαν μικρό ρυάκι από τη μύτη μου, αυτό πρώτη φορά συμβαίνει. Το αφήνω να τρέχει λίγο, για το αρτιστικ της υπόθεσης και έπειτα επεμβαίνω όπως έχω μάθει στις πρώτες βοήθειες.

Έτριψα το σώμα μου τόσο πολύ με το σφουγγάρι, λες και έτσι θα φύγει η βρώμα από πάνω μου. Δε θα φύγει, το ξέρω.

Γαμώ την τύχη μου.

Είναι πιο εύκολο να ξεπεράσω καταστάσεις που με πλήγωσες, παρά καταστάσεις που σε πλήγωσα εγώ.

Τι κάνω;

Σε χρειάζομαι.

Είναι αργά (;)

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

christmas time



Βράδυ, περασμένες δώδεκα. Οι δικοί έχουν πέσει για ύπνο και εκείνη κουλουριασμένη στην καρέκλα του υπολογιστή ακούει μουσική. Κουκουλωμένη με μια κουβέρτα για να μην νιώθει τη ψύχρα του δωματίου κοιτάζει παλιές φωτογραφίες στον υπολογιστή. Γυμνάσιο, λύκειο. Ημερήσιες εκδρομές και γελοίες φωτογραφίες αγκαλιά με άτομα που δεν έχει ιδέα τι κάνουν τώρα. Αλλάζει φάκελο. 2014. "Τελειώνει και αυτό", σκέφτεται. Αναλογίζεται για μια στιγμή τι κέρδισε και τι έχασε σε αυτό. Σταματάει να σκέφτεται, δεν τη συμφέρει. Δάκρυα πλημμυρίζουν τα μάτια της και κυλούν ήρεμα στα μάγουλα της. Η μουσική επικροτεί αυτή τη ροή του πόνου, από τα μάτια προς τα μάγουλα, τα χείλη, ώσπου να σβήσει πάνω στην κουβέρτα. 

Κλειστός υπολογιστής, περίπου η ώρα δύο. Ξαπλωμένη ακούει το ίδιο τραγούδι από το κινητό. Πλέον ο πόνος δε σβήνει στη κουβέρτα αλλά βρέχει το μαξιλάρι. Η μπαταρία τελειώνει. Τώρα είναι αναγκασμένη να κοιμηθεί.

Πρωί. Αφόρητος πόνος στο λαιμό, βουλωμένη μύτη, πρησμένα τα μάτια από τα χθεσινοβραδινά πανηγύρια των δακρύων. Σηκώνεται με δυσκολία και ντύνεται για μια ακόμη μέρα. Μια ακόμη μέρα ίδια με τη χτεσινή. Μια μέρα μέσα σε ένα loop ημερών οι οποίες περνάνε και δεν την αγγίζουν καν. Έτσι θα τελειώσει το '14 μάλλον. Αυτό της άφησε το '14 μάλλον. Άδειες μέρες και ένα καταραμένο κρυολόγημα.

Κάποτε ξυπνούσε άρρωστη το πρωί και ήταν μικρή και η μαμά δεν την έστελνε στο δημοτικό και καθόταν μαζί της και έβλεπε την Ariel και τρώγανε φιδέ.
Αργότερα ξυπνούσε άρρωστη και δεν πήγαινε στο γυμνάσιο και άκουγε μουσική ξαπλωμένη στο κρεβάτι όλη μέρα, με τη μαμά πάλι να της κρατάει συντροφιά.
Ακόμη πιο μετά, ήταν εκείνος, τη βοηθούσε, της έφτιαχνε τσάι ενώ μιλούσε με τη μαμά της, της χάιδευε τα μαλλιά, της έδινε χαρτομάντιλα όταν εκείνη δάκρυζε από το κρυολόγημα.
Τώρα ξυπνάει και πηγαίνει απλά στο μάθημα. Μόνη. Τη μαμά δεν τη χρειάζεται γιατί πλέον θεωρείται μεγάλη. Εκείνος δεν έιναι εκεί, γιατί απλά δε γίνεται. Στο λεωφορείο μόνη. Βήχας, κόκκινη μύτη, κουρασμένα μάτια. Σωστή φοιτήτρια. Μόνη.

Έτσι θα τελειώσει το '14 μάλλον. Αυτό της άφησε το '14 μάλλον. Άδειες μέρες, κρυολόγημα και άδεια κουτάκια μπύρας.
Έτσι θα τελειώσει το '14 μάλλον. Εργασίες να περιμένουν στο γραφείο, μαθηματικά να διαβαστούν, ασκήσεις να λυθούν, προγράμματα να γραφτούν και εκείνη περιμένει απλά να βγει από το loop.

Ανοίγει το βιβλίο. Με αστερίσκο σημειωμένο βρίσκει "Ατέρμονας βρόχος (infinite loop)". 
Έτσι θα τελειώσει το '14 μάλλον, αν ευτυχώς τελειώσει κάποτε. Αυτό της άφησε το '14. 

Καλή χρονιά.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Στο δρόμο για το σπίτι.

Σήμερα πέρασα από τον δρόμο σου. Είχα καιρό να περάσω από εκεί.
Μίλησα σε μια γάτα, ξέρεις εκείνη την λευκή με το πορτοκαλί σημάδι στην πλάτη, εκείνη που μου κρατούσε συντροφιά καμιά φορά που σε περίμενα να κατέβεις να φύγουμε. Μου είπε ότι είσαι καλά.
Είδα εκείνον τον τύπο με τη μηχανή που μένει απέναντί σου, δεν έχει αλλάξει καθόλου.
Είδα το αυτοκίνητό σας και έπειτα καθώς προχωρούσα στη μικρή αυτή οδό κοίταξα πάνω στο μπαλκόνι σου. Πάντα μου άρεσε εκείνο το μέρος. Είχε δροσιά και ωραία θέα και τα ηλιοβασιλέματα από εκεί ήταν απλά μαγευτικά. Σκόνταψα. "Κοίτα μπροστά σου", είπα στον εαυτό μου και χαμήλωσα το βλέμμα μου στο πεζοδρόμιο. Πέρασα απέναντι και είδα τα γνωστά ταπεράκια με νερό που αφήνουν οι ένοικοι για τα αδέσποτα. Τα γνώριμα αυτοκίνητα της γειτονιάς παρκαρισμένα στη σειρά.
Συνέχισα το δρόμο μου όπως έκανα κάποτε για να φύγω από το σπίτι σου τρέχοντας να προλάβω το λεωφορείο, μα σήμερα δεν έτρεχα. Πέρασα έξω από το καφενείο, πέρασα μπροστά από την τράπεζα, της οποίας τα στόρια ήταν κατεβασμένα. Ακόμα θυμάμαι εκείνον τον κύριο με το γωνιακό γραφείο που με έβλεπε χαμογελαστή να έρχομαι να σε δω και να φαίνεται στο βλέμμα του μια έντονη ανάγκη να αφήσει τη δουλειά του και να γυρίσει σπίτι να κοιμηθεί αγκαλιά με την αγαπημένη του.
Πέρασα το δρόμο και πήγα προς την στάση. Τόσες αναμνήσεις σε εκείνα τα στενά. Στα παγκάκια, στην παλιά στάση του λεωφορείου, έξω από το περίπτερο, στο γωνιακό μαγαζάκι που παίρναμε πρωινό και καφέ, στα σκαλάκια της βιβλιοθήκης, έξω από τη πιτσαρία που περίμενες μαζί μου το λεωφορείο και κάθε φορά σου άνοιγε η όρεξη. Όμορφα πράγματα.

Έφτασα σπίτι μετά από καμιά ώρα. Γύρισα με τα πόδια για να έχω περισσότερο χρόνο να σκεφτώ.
Μερικές φορές απλά δεν θυμάμαι να σε ξεχνάω.
Εμφανίζεσαι από εδώ και από εκεί και εγώ ανήμπορη απλά βλέπω στο νου μου τη ζωή μας σαν ταινία με άδοξο τέλος.
Δεν πειράζει, η λευκή γάτα με το πορτοκαλί σημάδι μου είπε ότι είσαι καλά.

Τίποτα δεν φαίνεται να άλλαξε στη γειτονιά σου. Ακόμα και εγώ γύρισα σπίτι σήμερα περνώντας από το δρόμο σου. 
Κι όμως, έχουν αλλάξει όλα. Πρώτοι εμείς, μετά όλοι αυτοί που δεν ξέρουμε. Μπορεί η γάτα να έκανε γατάκια, ο μηχανόβιος να απολύθηκε ή να βρήκε καλύτερη δουλειά. Μπορεί τα γνώριμα αυτοκίνητα να έχουν ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου, ο κύριος με το γωνιακό γραφείο να έγινε πατέρας και η πιτσαρία να μην κάνει πλέον τόσο καλές πίτσες ή τόσο γρήγορα delivery.
Κι όμως, κάποιος που περπατούσε στο δρόμο σου σήμερα μπορεί να με είδε εκεί και να σκέφτηκε ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Πόσο παράξενο είναι ότι παρατηρείς χωρίς ποτέ να ξέρεις.

Σήμερα πέρασα από το δρόμο σου. Είχα καιρό να περάσω από εκεί. Δεν πειράζει που τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι, η λευκή γάτα με το πορτοκαλί σημάδι μου είπε ότι είσαι καλά.

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Απόψε.

Ετοίμαζα τα πράγματα μου για αύριο, πρώτη μέρα στο πανεπιστήμιο. Έψαχνα τις παλιές μου τσάντες για κανένα τετράδιο και έπεσα πάνω σε ένα τσαλακωμένο χαρτί με κάτι κυκλωμένες μέρες και ώρες. Το κοίταξα καλύτερα και συνειδητοποίησα ότι στεκόμουν ενώπιον του προγράμματος Α'εξαμήνου του πρώην αγοριού μου.
Πάντα συμβαίνει αυτό, πάντα βρίσκω κάτι δικό του από εδώ και από εκεί, αλλά απόψε ήταν διαφορετικά.
Απόψε ίσιωσα λίγο το χαρτί, το δίπλωσα προσεκτικά και έγραψα με όμορφα, στρογγυλά γράμματα στο πίσω μέρος "το πρόγραμμα του xxxxxx 2013-2014" και το έβαλα με στοργή στο κουτί πάνω στη ντουλάπα (εκείνο το παλιό κουτί παπουτσιών που πάνω γράφει "memories" και έχει μέσα ένα σωρό πραγματάκια).
 Δεν το πέταξα. 
Απόψε αγάπησα ξανά. 
Απόψε αγάπησα το παρελθόν μου. 

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

2 a.m.

And in the end, we were all just humans… drunk on the idea that love, only love, could heal our brokenness.
— F. Scott Fitzgerald 


Απελπισμένοι για αγάπη, αυτό δεν είμαστε όλοι μας;
Τώρα πια πιστεύω πως την αγάπη αγαπάμε κι όχι τα ίδια τα άτομα. Αγαπάμε την ιδέα της αγκαλιάς σε ένα ηλιοβασίλεμα, την ιδέα του να χορεύεις με κάποιον στη μέση του δρόμου, την σύνδεση και την έλξη, τα λουλούδια έξω από την πόρτα, τα μεθυσμένα φιλιά που μυρίζουν μπύρα, τα πρωινά φιλιά που μυρίζουν οδοντόκρεμα, τις εξόδους, τα περίεργα βλέμματα..
Κοιμόμαστε και ξυπνάμε με την ελπίδα του να γνωρίσουμε την αγάπη. Ντυνόμαστε καλά, φοράμε χαμόγελα, μήπως και δελεάσουμε κάποιον να μας αγαπήσει για να ζήσουμε μαζί του όλες εκείνες τις στιγμές που είδαμε σε ταινίες ή διαβάσαμε σε βιβλία. Και την επόμενη μέρα πάλι, και κάθε μέρα ξανά. Προσπαθούμε να εντυπωσιάσουμε ανθρώπους μόνο και μόνο για να τους πείσουμε να δοκιμάσουν μαζί μας να ζήσουν την αγάπη. Ερωτευόμαστε την ιδέα του έρωτα, λατρεύουμε την ιδέα της αγάπης. Τα άτομα τα αγαπάμε μετέπειτα, όταν ζήσουμε μαζί τους όμορφες στιγμές και μετά. Έτσι πιστεύω. Αγαπάμε κάποιον μόνο και μόνο επειδή αποφάσισε να ζήσει μαζί μας την αγάπη, και ξέρουμε όλοι πόσο πονάει να ζεις την αγάπη: πόσα δάκρυα πρέπει να πέσουν, πόσες μάχες ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, πόσες μάχες με τον ίδιο μας τον εαυτό.
Η αγάπη. Αυτή που μας σκοτώνει και παράλληλα μας κρατάει ζωντανούς. Αυτή που όσο καλύτερα σε κάνει να νιώθεις, τόσο άσχημα μπορεί να σε χτυπήσει. Αυτή που μπορεί να έρθει όταν δεν το περιμένεις και να φύγει όταν πια τη συνήθισες. Μόνο αυτήν κυνηγάμε σαν άνθρωποι. Την έχουμε αγαπήσει περισσότερο από τα λεφτά, ίσως και πιο πολύ από την υγεία. Κάποιοι  θα έδιναν τα πάντα να ζήσουν λίγο την αγάπη και μετά ας πέθαιναν. Κάποιοι θα έδιναν όλα τους τα χρήματα για να νιώσουν μια αληθινή αγκαλιά. Και ο καθένας μας καθημερινά συνεχίζει να παλεύει για αυτήν, να την κατακτά για λίγο, να την χάνει, να την κυνηγά ξανά -λες και δεν ξέρει ότι θα πονέσει-, να την βρίσκει πάλι και πάλι να του φεύγει.
Κάθε φορά, λες και δεν ξέρουμε ότι θα πονέσει.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

How soon is now?

Πίστευα ότι θα είναι αλλιώς. Όλα μέλι γάλα. Όλα όπως στα βιβλία και στις ταινίες. Αγκαλιές όταν βρισκόμαστε, ζεστά φιλιά με άρωμα καπουτσίνο τα βροχερά απογεύματα, το χέρι του να μου βάζει τις ξανθές τουφίτσες των μαλλιών μου πίσω από το αφτί για να βλέπει τα μάτια μου, τα ζεστά του χέρια να σκουπίζουν τα δάκρυα μου. Περίμενα ότι θα με αγαπάει όπως αγαπάς ένα μικρό παιδί, το προστατεύεις, το καθησυχάζεις, το φροντίζεις, πιστεύεις σε αυτό.
Αλλά δεν έβλεπα. Δεν έβλεπα πόσο μέλι γάλα δεν ήταν. Δεν έβλεπα ότι υποτιμούσε τις γνώσεις μου, δεν έβλεπα ότι απαξίωνε τις δυνατότητες μου και αγνοούσε παντελώς την ευαισθησία μου.
I am human and I need to be loved.
Αλλά αυτός δεν νοούσε να καταλάβει. Τα χίλια πράγματα που τον ενοχλούσαν πάνω μου μου τα τόνιζε συνέχεια. Αναρωτιέμαι, γιατί ήταν μαζί μου;
Δεν ξέρω.
Ξέρω ότι κάποια στιγμή ξύπνησα. Με πολύ κουράγιο είπα να παραδοθώ στην αλήθεια. Μια αλήθεια που πονάει. Και παραδόθηκα. Πόνεσα τόσο όταν κατάλαβα ότι δεν ζούσα μια αγάπη όπως αυτές που διάβαζα σε βιβλία. Πόνεσα γιατί ήξερα τι έπρεπε να κάνω, αλλά η καρδιά.....
Η καρδιά είναι πρόβλημα. Είναι σαν να έχω καταπιεί τσιμέντο. Αισθάνομαι βαριά και αδύναμη μπροστά στον πόνο. Δεν μπορώ να τον αποφύγω. Είμαι φυλακισμένη σε ένα κελί και οδεύω στην εκτέλεση.
Είναι δύσκολο να εξηγήσω τον πόνο. Είναι δύσκολο γιατί όσοι ξέρουν ότι πονάω ρωτάνε γιατί δεν είμαι ευχαριστημένη αφού εγώ επέλεξα να φύγω.
I am human and I need to be loved.
Δεν έφυγα απλά. Άφησα κομμάτια πίσω μου, έδωσα κομμάτια μου σε εκείνον. Τώρα πρέπει να ζω με αναμνήσεις. Με τη μυρωδιά του στα ρούχα μου, με τη γεύση του στα χείλη μου, με πράγματα που μου έχει δώσει. Μα πρέπει να το κάνω. Πέρασα καλές στιγμές μαζί του, αλλά δεν έδινα σημασία στα ουσιώδη. Δεν έδινα σημασία στο ότι δεν με αγαπούσε όπως αγαπάς ένα μικρό παιδί. Δεν ήθελε να γίνω δυνατή, για αυτό και τόνιζε τα μειονεκτήματα μου.
Αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι.
Θρηνώντας για την πρώτη μου αγάπη, επαναλαμβάνω συνεχώς στον εαυτό μου "I am human and I need to be loved."